1900 - 1910

Η Καβάλα απο το 1900 εως το 1910

Η Καβάλα ενσωματώθηκε στο νεοελληνικό κράτος με μεγάλη καθυστέρηση και έπειτα από πολλές περιπέτειες. Τον Οκτώβριο του 1912 Ελλάδα, Σερβία και Βουλγαρία συμμαχούν και κηρύσσουν πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με σκοπό την εκδίωξη των κατακτητών από τα Βαλκάνια και την απελευθέρωση των «αλύτρωτων αδελφών» τους, οι οποίοι ζούσαν σε περιοχές εκτός των εθνικών ορίων.

Στο πλαίσιο του Α’ Βαλκανικού πολέμου, η πόλη καταλαμβάνεται από το «σύμμαχο» βουλγάρικο στρατό, που αξιοποιεί την ευκαιρία της προέλασης προς Νότο για να δημιουργήσει μια κατάσταση ευνοϊκή για τις μεταπολεμικές επιδιώξεις της Βουλγαρίας σχετικά με την περιοχή.

Οι Βούλγαροι συμπεριφέρθηκαν κάθε άλλο παρά ως σύμμαχοι απέναντι στους κατοίκους της Καβάλας, τόσο τους Έλληνες όσο και τους μουσουλμάνους. Πολλές εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, κάτοικοι της πόλης χάθηκαν από πείνα, κακουχίες και επιδημικές ασθένειες.

Η πολεμική επιχείρηση των συνασπισμένων βαλκανικών στρατών αποβαίνει νικηφόρα και η Οθωμανική Αυτοκρατορία εγκαταλείπει τις κτήσεις της. Η Συνθήκη Ειρήνης του Λονδίνου υπογράφεται στις 17 Μαΐου 1913, αλλά αμέσως μετά ξεκινά ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, αυτή τη φορά μεταξύ των πρώην συμμάχων. Από τη μια βρίσκεται η Βουλγαρία και απέναντί της η Ελλάδα, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ρουμανία. Η Βουλγαρία χάνει τον πόλεμο και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου του 1913 αποδίδει και τυπικά την Καβάλα στην Ελλάδα. Ένα μήνα νωρίτερα, στις 26 Ιουνίου, ο ελληνικός στόλος απελευθερώνει την πόλη και η 7η Μεραρχία του ελληνικού στρατού μπαίνει και εκδιώκει τους Βουλγάρους.

Η απελευθέρωση έγινε με το εξής τέχνασμα. Παραγγέλθηκαν να έρθουν από τη Θεσσαλονίκη 5 οπλιταγωγά. Αυτά συνοδευόμενα από το θωρηκτό “Ύδρα” άρχισαν να ανταλλάσσουν σήματα με το στόλο της Θάσου κι έδωσαν την εντύπωση της απόβασης. Στο μεταξύ τα αντιτορπιλικά “Λόγχη” και “Λέων”, που δέχτηκαν στο Στρυμόνα την επίθεση μιας βουλγαρικής πυροβολαρχίας, με τις οβίδες που έριξαν ανέφλεξαν μια γειτονική πυριτιδαποθήκη της πυροβολαρχίας. Ο βομβαρδισμός αυτός και η ανάφλεξη της πυριτιδαποθήκης διασκόρπισαν ένα απόσπασμα 500 ανδρών και προξένησαν σύγχυση στη βουλγαρική φρουρά της Καβάλας. Κατά τη διάρκεια της νύχτας οι ηλεκτρικοί προβολείς των μεταγωγικών εξερευνούσαν την παραλία σαν να ζητούσαν σημείο απόβασης. Οι Βούλγαροι έντρομοι ερευνούσαν κι αυτοί τον ορίζοντα με τη βοήθεια προβολέα που είχαν μεταφέρει από την Αλεξανδρούπολη. Ύστερα όλα επανήλθαν στη σκιά. Πάνω από 2000 Βούλγαροι εγκατέλειψαν άτακτα την πόλη, ενώ βάρκα από την Καβάλα έσπευδε στον Κουντουριώτη για να αναγγείλει την ευχάριστη είδηση της αποχώρησης των Βουλγάρων μαζί με τη δυσάρεστη της απαγωγής των 27 προκρίτων Καβαλιωτών. Ανάμεσα στους ομήρους ήταν και ο επίσκοπος Μυρέων Αθανάσιος.

Στις 26 Ιουνίου 1913 συντάχθηκε πάνω στο θωρηκτό “Αβέρωφ” η ιστορική διακήρυξη από τον Παύλο Κουντουριώτη, που απευθυνόταν προς τους κατοίκους της Καβάλας, ενώ το τορπιλοβόλο “Δόξα”, οδηγούμενο από άριστο γνώστη της ναρκοθέτησης του διαύλου προσορμίστηκε στην παραλία για κατάληψη της πόλης. Ο φόβος, όμως, της επιστροφής των Βουλγάρων δεν επέτρεψε την ανάπτυξη της μικρής ναυτικής δύναμης που επέβαινε στο τορπιλοβόλο “Δόξα”. Γι’ αυτό η πολιτοφυλακή που συστήθηκε για την τήρηση της τάξης επέβλεπε και στα γύρω υψώματα για να δώσει το σήμα του κινδύνου σε περίπτωση επανόδου των Βουλγάρων.

Την άλλη μέρα έγινε η επίσημη κατάληψη της πόλης. Από το ημερολόγιο του “Αβέρωφ”(Πέμπτη 27 Ιουνίου 1913) μαθαίνουμε:  “Κατάληψη της Καβάλας”. Την 9ην ώρα της πρωίας αποβιβάζεται εκ των ανιχνευτικών μας “Ιέραξ” και “Πάνθηρ” μικρό άγημα και επαίρεται επισήμως εις Καβάλαν η ελληνική σημαία». Το ναυτικό αυτό άγημα, με αρχηγό τον πλωτάρχη Αντώνη Κριεζή, μεταφέρθηκε με βάρκες από τα ανιχνευτικά στην παραλία κι έγινε αποδεκτό με μεγάλο ενθουσιασμό, ενώ μαθητές του Ημιγυμνασίου με τον καθηγητή Αριστοτέλη Στάνη απέδωσαν τιμές και συνόδευσαν το άγημα μαζί με το άλλο πλήθος ως το Διοικητήριο, το σημερινό Πρωτοδικείο, όπου στον εξώστη του κτιρίου υψώθηκε η ελληνική σημαία. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας κατέφθασε και ο λόχος των Θασίων εθελοντών, που είχαν εκπαιδευτεί από τον οπλαρχηγό Χατζηγογούση. Ο εθελοντικός αυτός λόχος των Θασίων έσπευσε αμέσως στα περίχωρα για να καταδιώξει τους Βουλγάρους που υποχωρούσαν. Σε αψιμαχία μάλιστα που έγινε έξω από το Δοξάτο σκοτώθηκε και ο Θάσιος εθελοντής Καφαντάρης, από το Θεολόγο.

Η κατάληψη της πόλης εδραιώθηκε, όταν κατέφθασαν και τμήματα της 7ης μεραρχίας, που διοικούνταν από τους αντισυνταγματάρχες Καπετανάκη και Νικολάου. Η απελευθέρωση της Καβάλας δεν κρίθηκε βέβαια από κάποια μάχη. Κρίθηκε γενικά από τη νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού και από τη διπλωματική μάχη που έδωσε για ένα ολόκληρο μήνα στο Βουκουρέστι ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Η Καβάλα μένει ελεύθερη μέχρι τις 29 Αυγούστου 1916 (με το παλαιό ημερολόγιο), οπότε ανακαταλαμβάνεται από τους Βουλγάρους. Οι Βούλγαροι, σύμμαχοι αυτή τη φορά της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επιτέθηκαν εναντίον της Ανατολικής Μακεδονίας στα τέλη Αυγούστου και όταν οι ελληνικές δυνάμεις έλαβαν εντολή (στο όνομα της «ουδετερότητας», δηλαδή της μη εναντίωσης στη Γερμανία) να μην εμπλακούν σε σύγκρουση, μπήκαν στην Καβάλα και την κατέλαβαν. Το Δ’ Σώμα Στρατού, που στρατοπέδευε στην πόλη, αιχμαλωτίστηκε ολόκληρο και μεταφέρθηκε στη Γερμανία. Παρέμεινε εκεί μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η δεύτερη βουλγαρική κατοχή, σκληρή και καταστροφική όσο και η πρώτη, συχνά δε περισσότερο από αυτήν, διήρκεσε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1918, όταν η Βουλγαρία συνθηκολόγησε.